Το Κουνούπι


(Μέρος Πρώτο)  


Γλυκά ο ύπνος έρχεται
αγκάλη να με πάρει
μα η σιγή ταράζεται
θαρρείς περνά ferrari.

Δουλειά έχω το πρωί
μα που να κλείσω μάτι ;
Πετά το μπάσταρδο μ' ορμή
πάνω απ' το κρεβάτι.

Κάνω εγώ υπομονή
τινάζω το σεντόνι,
μα σταθερά μ' επιμονή
ξανά μ’ αναστατώνει.

Αφού δεν γίνεται αλλιώς
να βρω την ηρεμία
ανοίγω φως, λίγο "τυφλός"
κυνήγι με μανία!

Μία θαρρώ το πέτυχα,
μα άλλες δύο το χάνω
ήττα ποτέ δεν δέχτηκα
τρέχω να το ξεκάνω!

Κάθε έπιπλο και τοίχο
το μάτι ανιχνεύει
κι ευαίσθητο στον ήχο
τ’ αυτί παραμονεύει.

Με σβελτάδα ζηλευτή
τα πάντα χαστουκίζω
-χέρι του εξολοθρευτή-
κι αφού το καθαρίζω

Ακίνητος το κοιτώ
βλέμμα σαλταρισμένο
ψηλά όπως το κρατώ
στα δάχτυλα πιασμένο.

Τέλος πετούμενο τρελό
η στιγμή που καρτερώ.
Με μια άκρη από στυλό
τα φτερά του αφαιρώ.

Ένα πτώμα λιωμένο
στα σκουπίδια το πετώ
σε χαρτί τσακισμένο
και τον ύπνο αναζητώ ...