Γαλήνη




 

Όταν σ’ έπλασε κόσμε ο θεός
βρέθηκες στο τίποτα κι έγινες ωραίος.
Η όραση μου χάνεται, σκοτεινός ο ουρανός,
φεγγάρι ποιος δεν σ’ αντίκρισε κι ένιωσε δέος.


Ποιο μάτι δεν ταξίδεψε στον πορτοκαλί χρυσό ;
που κολυμπώντας στο νερό,
κάθετα σε χαιρετάει
κι η ανάσα σου μαζί του κολυμπάει.



Εσωτερική γαλήνη να θυμίζει,
κινείται σε στάσιμα νερά.
Μα είναι η ψυχή αλάτι που αφρίζει
κι απρόβλεπτα κύματα γεννιούνται ξανά.