Όταν σ’ έπλασε κόσμε ο θεόςβρέθηκες στο τίποτα κι έγινες ωραίος.Η όραση μου χάνεται, σκοτεινός ο ουρανός,φεγγάρι ποιος δεν σ’ αντίκρισε κι ένιωσε δέος.
Ποιο μάτι δεν ταξίδεψε στον πορτοκαλί χρυσό ;που κολυμπώντας στο νερό,κάθετα σε χαιρετάεικι η ανάσα σου μαζί του κολυμπάει.
Εσωτερική γαλήνη να θυμίζει,κινείται σε στάσιμα νερά.Μα είναι η ψυχή αλάτι που αφρίζεικι απρόβλεπτα κύματα γεννιούνται ξανά.
