Κάποια Νύχτα Αλμύρας



Έγειρε κατά το συνηθισμένο στέκι,
εκεί όπου το κύμα παφλάζει ανάμεσα στα βράχια
και ερεθιστικά στο γύρισμα του χαϊδεύει
αφρίζοντας τις αγκαθωτές παρυφές του πετρώματος ...

Ο άνεμος άναρχα γύρω του κυλούσε
στη σιωπή της νύχτας μέσα από ρωγμές
χορδές γινόντουσαν πλαγιές και φυλλωσιές
μ' έναν άγνωστο ειρμό έμοιαζε να τραγουδούσε:

«Με τι στεναχώριες στέκεσαι πάλι φίλε
μπροστά στην πειραγμένη θάλασσα ;
Με την ηχώ της να σκεπάζει
το σιγανό σου κλάμα.»

Το ίδιο οι κουβέντες και οι πράξεις να κυλούν
στο εσωτερικό ερεθιστικά
σε κάποιο ήσυχο βράδυ χτυπούν
κι όλα ξεσπάνε αθροιστικά.

Μέσα στη νύχτα∙ για να περνά απαρατήρητη η σκιά του.
Κοινωνικά, αλλά και ατομικά προβλήματα
μέσα στην κοινωνική κρίση και το έρεβος της εποχής ...
Εκεί στο βάθος αγναντεύοντας ψάχνει για κάτι οικείο
- ίσως να ‘ταν μια προσπάθεια για να ξεχαστεί -,
Είναι ο κόσμος από μόνος του παραδεισένιος,
μα ο άνθρωπος κάνει την συμβίωσή του κόλαση.

Κι ενώ σκεφτόταν όλ' αυτά, σα να ήταν χάδι
ο άνεμος έπαιξε με τα μαλλιά του
η παλάμη έγειρε να τ' απομακρύνει απ' το μέτωπο
κι αμέσως αντίκρισε την γραμμή ενός άστρου
όπου λοξά χανόταν στον ορίζοντα.
Ήταν ο ίδιος όπου κατέληξε
στ' αλμυρά τα δάκρυα πνιγμένος,
ή μήπως ευκαιρία για μια ευχή ακόμα ;