Να 'σουν το δέντρο το ψηλό
κι εγώ του ξυλοκόπου το τσεκούρι.
Στην πλατεία άγαλμα στητό
κι εγώ πετούμενο όπου σε πιτσιλά στη μούρη.
Να ήσουν -λέει- το ντουβάρι
-αλλά βασικά ντουβάρι είσαι ήδη
οπότε το μαζεύω σαν κουβάρι
κι αλλάζω το "στολίδι" -.
Να ήσουν μια γωνία
με τα δήθεν σου βαμμένη
κι εγώ θα ήμουν η αιτία
όπου άβαφη θα μένει.
Εσύ κι οι όμοιες σου να ήσασταν μυγούλες
να πετούσατε ενοχλητικά πάνω-κάτω
κι εγώ να στόλιζα τις ζούγκλες
σαν το φυτό, το σαρκοφάγο !
Να ήσουν το λυσσασμένο γατάκι
και να ήμουνα η φόλα
Στην εθνική σαλιγκαράκι
κι εγώ του αμαξιού η ρόδα.